Η λίστα ιστολογίων μου

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

ΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

  Οι αρχαίοι Έλληνες δίνοντας στους θεούς τους ανθρώπινα χαρακτηριστικά, συμπεριέλαβαν τις ιδιότητες, τα προτερήματα και τις αδυναμίες των ανθρώπων. Κι έτσι θεώρησαν φυσικό να έχουν και την ανάγκη της τροφής. Η διαφορά μόνον είναι ότι η για τους Θεούς προορισμένη τροφή τους εξασφάλιζε την αθανασία και γι’ αυτό απαγορεύονταν αυστηρά η χρησιμοποίηση της θείας τροφής από τους κοινούς θνητούς.
ΑΜΒΡΟΣΙΑ
Η ΑΜΒΡΟΣΙΑ ΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΘΕΩΝ
  Η αμβροσία (1) ήταν η τροφή των Θεών, όπως το νέκταρ υπήρξε το ποτό αυτών(2). Πριν βρεθεί η αμβροσία, οι Θεοί οσφραίνονταν μόνον την κνίσα των θυμάτων(3). Αρχικά,  η τροφή αυτή εμφανίστηκε κατά την γέννηση του Διός, ρέουσα από το κέρας της Αμάλθειας. Κατά το έπος της Οδύσσειας, οι Πελείες έφεραν την αμβροσία στον πατέρα Δία˙μέσα στις Πλαγκτές(4) όπου μία από αυτές πάντοτε χάνεται, αλλά ο Ζευς πλάθει άλλη προς αντικατάσταση αυτής:

«Και ουδέ πουλί ταίς προσπερνά, αλλ’ ουδέ η περιστέραις
  οπού του Δία του πατρός την αμβροσία φέρων˙
  ως και απ’ αυταίς κάθε φοράν η γλυστρή πέτρ’ αρπάζει˙
  αλλά να κλεισ’ ο αριθμός στέλνει ο πατέρας άλλην»(5)
                                            (Οδυσ. Μ, 62 –65).                                            
Νόμισμα Πραισού, 400 – 200 π.X., με αίγα Αμάλθεια, τροφό του Δία. Η Πραισός ήταν πόλη ανατολικά της Δίκτης, όπου υπήρχε ιερό του Δικταίου Δία , όπως μας πληροφορεί ο Στράβωνας (Στράβων 10.475).  Το νόμισμα αυτό βρέθηκε στο Δικταίο άντρο.
    Κατά την ποιήτρια Μυρώ(6) την Βυζαντία, την αμβροσία κόμισαν στον Δία, όταν ήταν παιδί στην Κρήτη, οι Πελειάδες, το δε νέκταρ αετοί και ο Ζευς, νικώντας τον πατέρα του, τον αετό εποίησε αθάνατο και τον πήρε στον ουρανό, εκείνους κατέστησε προπομπούς του θέρους και του χειμώνος. Κατ’ άλλο μύθο, μνημονευόμενο από τον Πρόκλο, η Δήμητρα παρασκεύαζε την αμβροσία και το νέκταρ για τους αθανάτους.
ΚΑΤ’ ΑΛΛΟΥΣ Η ΑΜΒΡΟΣΙΑ ΗΤΑΝ ΠΟΤΟ ΤΩΝ ΘΕΩΝ
  Η Σαπφώ όμως παρέστησε την αμβροσία ως ποτό των Θεών:

«Και Σαπφώ δε φησιν:
  Αμβροσίας μεν κρατήρ εκέκρατο,
  Ερμάς δ’ ελών έρπιν θεοίς ωνοχόησεν»(8)
    Ο Αλεξανδρίδης(9) παρέστησε το νέκταρ ως τροφή και την αμβροσία ως ποτό:

«Οίδα, δ’ ότι Αλεξανδρίδης το νέκταρ ου ποτόν, αλλά τροφήν είναι λέγει θεών˙
  Το νέκταρ εσθίω πάνυ
  μάττων, διαπίνω τ’ αμβροσίαν, και τω Διί
  διακονώ, και σεμνός ειμ’ εκάστοτε
  Ήρα λαλών και Κύπριι παρακαθήμενος».(10)

  Αυτή, η αντίληψη περί αμβροσίας μαρτυρείτε και από το παρακάτω χωρίον του Αριστοφάνους:

«Είτα κατασπένδειν κατά της κεφαλής αρυβάλλω
  αμβροσίαν κατά σου, κατά τούτου δε σκοροδάλμην»
                                                             (Αριστοφ. Ίππ. 1094-1095).
Η ΑΜΒΡΟΣΙΑ ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΕ ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ
  Αρχικά η αμβροσία δήλωνε την αθανασία και την μεταχειρίζονταν αντ’ αυτής.(11) Πίστευαν ότι όπως ο άνθρωπος ζει από την τροφή, έτσι και οι Θεοί διατηρούνταν αθάνατοι μέσω της αμβροσίας.
  Εν τούτοις, μέσω της αμβροσία και οι κοινοί θνητοί κατέστησαν αθάνατοι. Με αυτό τον τρόπο, η Αφροδίτη κατέστησε δια της αμβροσίας αθάνατη τη Βερενίκη:

«Ω Διωναία Κύπρι, συ μεν αθάνατον από θνητής,
  κατ’ ανθρωπίνην παροιμίαν, εποίησας την Βερενίκην,(12)
  αποστάξασα αμβροσίαν εις τους κόλπους αυτής».(13)
                                                           (Θεοκρ. XV, 106-108)
   Επίσης, η Αθηνά, κατ’ εντολή του Διός, ρίχνει στο στήθος του Αχιλλέα το νέκταρ και την ευχάριστη αμβροσία για να τον απαλλάξει από την πείνα:

«... και τροφήν να πάρη αυτός (ο Αχιλλεύς) δεν θέλει
  αλλά κατέβα την γλυκειά να στάξης αμβροσίαν
και νέκταρ μέσ’ τα στήθη του, να μην τον πνιξ’ η πείνα».
                                                            (Ιλ. Τ, 345-347).(14)
 
Κι εδώ η αμβροσία συγχέεται με το νέκταρ υπό την υγρή μορφή.
  Ο Πλάτων, στην αλληγορία των ενώσεων των ψυχών, προσθέτει το νέκταρ ως ποτό, μετά την αμβροσία: «ελθούσης δε αυτής ο ηνίοχος προς την φάτνην τους ίππους στήσας παρέβαλεν αμβροσίαν τε και επ’ αυτή νέκταρ επότισε».(15)
  Σπανίως η αμβροσία συναντάται ξεχωριστά από το νέκταρ, σε πολλές περιπτώσεις μεταξύ των δύο τούτων λέξεων σημειώνεται μόνο η διαφορά του κατ’ ιδίαν γενικού όρου. Στην Οδύσσεια πάντα μόνο η αμβροσία διακρίνεται ευκρινώς από το νέκταρ, στο γεύμα το οποίο η Καλυψώ παραθέτει στον Ερμή:

«Είπε η θεά, και τράπεζαν γεμάτην αμβροσίαν
  του θέτει, και άμα κόκκινο νέκταρ του συγκερνάει
  κ’ έτρωγ’ εκείνος κ’ έπινεν, ο μέγας αγροφόνος».(16)
                                                            (Οδ. Ε, 92-94).
  Παρακάτω, οι υπηρέτες της θεάς προσφέρουν στον φιλοξενούμενο Οδυσσέα την αμβροσία και το νέκταρ, αυτή την φορά ενωμένα:

«και αγνάντια κείνη εκάθισε εις τον θείον Οδυσσέα,
  και νέκταρ της παράθεσαν η δούλαις και αμβροσία».(17)
                                                             (Οδ. Ε, 198-199).
  Και ο Ησίοδος λέει ότι οι θεοί τρώνε και το νέκταρ και την αμβροσία:

«Μα σαν εδώσανε σ’ αυτούς όσα χρειάζονταν όλα,
  και νέκταρ και αμβροσία, αυτά που τρώνε μόνον οι θεοί,
  τότε στα στήθη τράνεψεν η ρωμαλέα ψυχή τους».(18)
  Οι Κορύβαντες - Κούρητες χτυπούν τις ασπίδες τους χορεύοντας τον πυρρίχιο, ενώ η αίγα Αμάλθεια θηλάζει τον Ζευς στο Δίκταιον Άντρο, για να μην ακούσει τις κραυγές του νεογέννητου ο πατέρας του Κρόνος.
 
Αυτός, ο ευσεβής ποιητής προσθέτει, ότι οι επί ψευδορκία ένοχοι θεοί δεν είναι πλέον δυνατόν να τραφούν με νέκταρ και αμβροσία:
«Όποιος λοιπόν χύνει νερό απ’ αυτό για να ορκιστή με ψέμα
  από τους αθανάτους, πόχουν την κορυφή του χιονισμένου Ολύμπου,
  ακέριο χρόνο κοίτεται χωρίς πνοή˙
  δεν φέρνει μήτε μια φορά την αμβροσία στα χείλη του ή το νέκταρ,
  για να τραφή, αλλά κοίτεται χωρίς αναπνοή, δίχως φωνή
  σε μια στρωμασιά˙ μια φοβερή παράλυση τα μέλη του σκεπάζει».(19)
                                                                     (Ησ. Θεογ. 793-798).
  Στον Πίνδαρο, ο Τάνταλος υπέκλεψε από τους ανθρώπους το νέκταρ και την αμβροσία, τα οποία τον είχαν καταστήσει αθάνατο:

«έχει δ’ απάλαμον βίον τούτον εμπεδόμοχθον (ο Τάνταλος),
  μετά τριών τέταρτον πόνον, αθανάτων ότι κλέψαις
  αλίκεσσι συμπόταις
  νέκταρ αμβροσίαν τε
  δώκεν, οίσιν άφθιτον».
                                                              (Πίνδ. ΙΙ. Ι, 61-65)
  Οι Ώρες και η Γαία ενστάλαξαν σταγόνα προς σταγόνα πάνω στα χείλη του Αρισταίου το νέκταρ και την αμβροσία και του έδωσαν την αθανασία:

«εύθρονοις Ώραισι και Γαία
  ανελών φίλας υπό ματέροις οίσει.
  ται δ’ επιγουνίδιον κατθηκάμεναι βρέφος αυταίς,
  νέκταρ εν χείλεσσι και αμβροσίαν στάξοισι, θήσονταί τε νιν αθάνατον
  ...............................................................................................
  τοις δ’ Αρισταίον καλείν».
                                                                (Πίνδ. ΙΙ, ΙΧ, 60-65).
Η ΑΜΒΡΟΣΙΑ ΩΣ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΗΠΤΙΚΟ
  Η αμβροσία χρησιμοποιούνταν αντί αλοιφής, καθώς και ως καλλυντικό και αντισηπτικό μέσο. Οι Θεές αλείφονταν με αμβροσία για να διατηρούν αμάραντα τα κάλλη τους, οι δε θνητές γυναίκες χάρη στη χρήση της αμβροσίας φαίνονταν ωραιότερες. Επίσης οι πληγές με την αμβροσία επουλώνονταν ταχέως, οι δε νεκροί που αλείφονταν με αυτή καθίστατο άσηπτοι.
  Η Ήρα με αμβροσία καθαρίζει το δέρμα της:

«Και πρώτα όλο το σώμα της το χαριτοπλασμένο
  με αμβροσίαν εύμορφα καθάρισε και αλείφθη
  λάδι  άφθαρτο γλυκότατο με μύρα ευωδιασμένο».(20)
                                                                 (Ιλ. Ξ, 170-172).
  Επίσης, η Αθηνά, με αμβρόσιον κάλλος καθαρίζει την Πηνελόπη:

«κ’ αμβρόσιο χρίσμα ελάμπρυνε τ’ ωραίο πρόσωπό της,
  μ’ αυτό που η καλοστέφανη αλείφεται Αφροδίτη».(21)
                                                                 (Οδυσ. Σ., 192-193).
Η ΑΜΒΡΟΣΙΑ ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ ΤΙΣ ΠΛΗΓΕΣ
  Καθώς αναφέρει ο Βιργίλιος (Aen. 12, 149), η αμβροσία χρησιμοποιείται από τους θεούς ως αλοιφή για την θεραπεία των πληγών.
  Το σώμα του Σαρπηδόνα αλείφεται με αμβροσία για να προφυλαχθεί από την σήψη.

«...... και αφού τον χρίσης
  με αμβροσία, άφθαρτα ενδύματα ένδυσέ τον».(22)
                                                                    (Ιλ. Π. 670).
   Επίσης εμφανίζεται και ως τρόπος ταριχεύσεως. Στην Ιλιάδα αναφέρεται πως η Θέτις ενστάλαξε νέκταρ και αμβροσία από τη μύτη, στο πτώμα του Πατρόκλου ως αντισηπτικά:

«και στα ρουθούνια του νεκρού ρόδινο στάζει νέκταρ
  και αμβροσία άφθαρτον το σώμα να κρατήσηι».
                                                                     (Ιλ. Τ, 38-39).
Η ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΕΥΩΔΙΑ ΤΗΣ ΑΜΒΡΟΣΙΑΣ
  Πολλές φορές εξαίρεται και η εξαιρετική ευωδιά της αμβροσίας. Η Ειδοθέα(23) θέτει μπροστά στη μύτη του Μενελάου την αμβροσία για την απομάκρυνση της κακής οσμής της φώκιας:

«............................... μας έπνιγε η βαρειά
  των θαλασσόθρεπτων φωκών οσμή φαρμακωμένη˙
  και ποιός βαστά να κοιμηθή με τέρας του πελάγου,
  αλλά μας έσωσε αυτή με ανάσασι μεγάλη˙
  εις τα ρουθούνια καθενός μας έθεσε αμβροσία
  μυρόβολη, και την οσμήν αφάνισε του κύτους».(24)
                                                                       (Οδ. Δ, 441-446).
Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΩΝ ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΑΜΒΡΟΣΙΑΣ
  Από κάποιους συγγραφείς γίνεται λόγος για την πηγή της αμβροσίας μέσα στον κήπο των Εσπερίδων (Σαπ. Απ. 51. – Ευρ. Ιππ. 748). Προφανώς εννοείται εκεί μέσα ο αυτός ο τόπος όπου κατά την Οδύσσεια οι Πελείες(25) φέρνουν την αμβροσία στον Δία, υποχρεούμενες να διέλθουν πετώντας μέσα από τις Πλαγκτές:

«Το να έχη πέτραις κρεμασταίς, και προς αυταίς βροντάει,
  μέγα το κύμα της γλαυκής ‘στην όψιν Αμφιτρίτης˙
  κείναις πλαγκταίς οι μάκαρες θεοί ταις ονομάζουν.
  και ουδέν πουλί ταις προσπερνά, αλλ’ ουδ’ η περιστέραις,
  όπου του Δία του Πατρός την αμβροσία φέρουν».(26)
                                                                         (Οδ. Μ, 59-63).
ΚΑΙ ΟΙ ΙΠΠΟΙ ΤΡΕΦΟΝΤΑΝ ΜΕ ΑΜΒΡΟΣΙΑ
  Τα νεογέννητα τέκνα των Θεών έπρεπε με νέκταρ και αμβροσία να τραφούν. Ακόμη και τα άλογα των Θεών με αμβροσία, ως ποώδους τροφής, τρέφονταν, αυτό δηλώνει ότι και αυτά συμμετείχαν στην αθανασία.

«τ’ άλογ’ αυτού σταμάτησεν η Ήρα η λευκοχέρα˙
  τα ξόδεψε και ολόγυρα ,με καταχνιά τα ζώνει,
  και αμβρόσιο φύλλο εβλάστησε να βόσκουν ο Σιμόεις».(27 - 28)
                                                                           (Ιλ. Ε, 775-777).
* Ρωμαϊκό ανάγλυφο που απεικονίζει τους Κουρήτες να χορεύουν τον χορό πυρρίχιο και να χτυπούν τις ασπίδες τους πάνω από τον νεογέννητο Δία, καθώς τον θήλαζε η αίγα Αμάλθεια, για να μην φτάνουν οι κραυγές του έως τα αυτιά του Κρόνου.
ΚΑΤΑ ΑΛΛΟΥΣ ΑΜΒΡΟΣΙΑ ΗΤΑΝ ΤΟ ΜΕΛΙ
  Πολλοί συνέδεσαν το πολυσήμαντο της λέξεως αμβροσία με την ποικίλη χρήση του μελιού. Πράγματι δε, φαίνεται ότι το μέλι κρύβεται υπό την έννοια της αμβροσίας (Ύμνος στον Ερμή 562: «θεών ηδεία εδωδή». – Απόλ. Ροδ. 4, 1131).
  Για τον Δία, ως παιδί, υπάρχουν ως εκ τούτου δύο παραδόσεις˙ κατά την μεν έθρεψαν αυτόν οι Πελείες με αμβροσία και νέκταρ, κατά την άλλη δε μέλισσες μέσω του μελιού. Κατά τον γερμανό μυθολόγο Roscher, η αμβροσία ήταν μυθική παράσταση του μελιού, το οποίο έπεφτε από τον ουρανό πάνω στα φυτά ως δροσιά (αερόμελι(29), δροσόμελι(30]) και συνεπώς θεωρούνταν ως τροφή ουρανία ή θεία. Τρωγόταν είτε ως φυσικό μέλι είτε μεταποιημένο σε ποτό (υδρόμελι, μελίκρατο). Σε αυτό συμφωνούν οι εκφράσεις της αμβροσίας και του νέκταρος προς τα του μελιού. Χρησιμοποιήθηκαν με μεταφορική σημασία πάνω στην ηδύτητα και χάρη του λόγου ή των ποιημάτων (Ιλ. Α, 249. - Ησίοδ. Θεογ. 83. – Πίνδ. Νέμ. 3, 74 κλπ). Ο Ίβυκος μάλιστα χαρακτηρίζει την αμβροσία ως έχουσα εννεαπλάσια γλυκύτητα από το μέλι. Σχετικώς διαβάζουμε στον Αθήναιο. (ΙΙ, 39 b):
  «Ίβυκος δε φησι, την αμβροσίαν του μέλιτος κατ’ επίτασιν εναπλασίαν έχειν γλυκύτητα, το μέλι λέγων ένατον είναι μέρος της αμβροσίας κατά την ηδονήν».
    Τέλος, αμβροσία καλούνταν στις θρησκευτικές τελετές ο κυκεών από νερό, λάδι και διάφορους καρπούς, όπως μνημονεύεται από τον Αθήναιο (ΧΙ, 473):
  «Η δ’ αμβροσία ύδωρ ακραιφνές, έλαιον, παγκαρπία».
Η ΦΑΛΛΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΜΒΡΟΣΙΑΣ
  Η αμβροσία έχει καθαρά φαλλική σημασία. Οι Θεοί φροντίζουν επιμελώς να φυλάσσουν για τους εαυτούς τους την αμβροσία για να διατηρούν την αθανασία τους και ζηλοτυπούν να μην παρέλθει αυτή στους κοινούς θνητούς, για να μην καταστούν και αυτή αθάνατοι.
  Η αμβροσία λοιπόν είναι σπέρμα της ζωής, δηλαδή γεννητικό σπέρμα και νερό αναγεννητικό. Επομένως το δέντρο της αμβροσίας έχει την ίδια σημασία με το δέντρο του Αδάμ και το δέντρο της βροχής, οι οποίες σχετίζονται μεταξύ τους κατά την λαϊκή παράδοση και αποτελεί την αρχαιότερη και γενικότερα συνολική προσωποποίηση λόγω ακριβώς της ως άνω διπλής φύσεως της αμβροσίας.
ΝΕΚΤΑΡ
ΤΟ ΝΕΚΤΑΡ ΤΟ ΠΟΤΟ ΤΩΝ ΘΕΩΝ, ΚΑΤΑ ΑΛΛΟΥΣ ΤΡΟΦΗ ΑΥΤΩΝ
  Όπως η αμβροσία ήταν η τροφή των Θεών, έτσι το νέκταρ ήταν το γλυκό και αρωματικό ποτό αυτών. Η αμβροσία αναφέρεται και καθορίζεται από τον Όμηρο, έπειτα από τον Ηρόδοτο, τον Πίνδαρο και ιδίως από τους ρωμαίους ποιητές. Ο Αλκμάν(1) όμως θεωρεί το νέκταρ ως τροφή των Θεών: «το νέκταρ έδμεναι». Επίσης, ο Αλεξανδρίδης παρέστησε το νέκταρ ως τροφή, την δε αμβροσία ως ποτό: «Οίδα, δ’ ότι Αλεξανδρίδης το νέκταρ ου ποτόν, αλλά τροφήν είναι λέγει θεών.
Το νέκταρ εσθίω πάνυ
μάττων, διαπίνω τ’ αμβροσίαν ...» (2).
ΤΟ ΝΕΚΤΑΡ ΟΜΟΙΟ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΙΝΟ
  Το νέκταρ περιγράφεται από τον Όμηρο ως ερυθρού χρώματος και καθ’ όλα όμοιο προς τον οίνο:       
«και ‘ς τα ρουθούνια του νεκρού ρόδινο στάζει νέκταρ» (3),
                                                                     (Ιλ. Τ. 38).
προσφέρεται ως οίνος από την Ήβη:
«..................... και η θεία Ήβη,
  τους κερνούσε το νέκταρ .......» (4),
                                       (Ιλ. Δ, 2-3).
 
και κερνάτε ως οίνος μαζί  με νερό
«κέρασσε δε νέκταρ ερυθρόν»(5).
                                      (Οδ. Ε, 93).
ΤΟ ΝΕΚΤΑΡ ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΕ ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ
  Δια του νέκταρος γίνονταν ο ιχώρ (6), ο οποίος ήταν το θείον αίμα, ο αιθέριος χυμός που έρεε στις φλέβες των Θεών, έτσι εκείνος που έπινε νέκταρ παρέμενε αθάνατος. Γι’ αυτό ήταν απαγορευμένη η χρήση του στους ανθρώπους (7). Εν τούτοις, ο Αχιλλέας ήπιε νέκταρ, οπότε ανέκτησε μεγάλες δυνάμεις.
  Το νέκταρ θεωρείται ότι έχει ασηπτική δύναμη. Η Θέτις, αλείφοντας το πτώμα του Πατρόκλου με νέκταρ το κατέστησε άσηπτο.
ΟΙ ΟΙΝΟΙ ΘΕΩΡΟΥΝΤΑΙ ΟΤΙ ΚΑΤΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΚΤΑΡ
  Οι ευγενέστεροι παλαιοί οίνοι θεωρούνταν ότι κατάγονταν από το νέκταρ. Ο εκλεκτός οίνος καλούνταν «νέκταρος απορρώξ» (8). Εντεύθεν και η φράση: «μεθυσθήναι του νέκταρος» (Πλατ. Συμ. 203Β). Και κατά τους μεταγενέστερους ποιητές το νέκταρ χρησιμοποιείται απλώς αντί του οίνου. (Νικ. Αλεξιφ. 44, Καλλ. εν Ανθ. ΙΙ, 13, 9). Και σήμερα ακόμη οι εκλεκτοί οίνοι θεωρούνται και επονομάζονται νέκταρ.
  Τη λέξη νέκταρ μεταχειρίζονται πολλοί λατίνοι ποιητές για να δηλώσουν την ευωδία, ιδίως της ευαρέστου. Επίσης, η λέξη χρησιμοποιείται επί αρωματικού μύρου. Ο Πίνδαρος καλεί την Ωδή «νέκταρ χυτόν Μοισάν δόσιν».
  Κατά τον Rosher, στο έργο του «Nektar und Ambrosia», αμφότερα τα στοιχεία αυτά έχουν κοινή καταγωγή με το μέλι, το οποία θεωρούνταν ουσία που είχε πέσει από τον ουρανό. Το νέκταρ για τους ανθρώπους ήταν υγρό παρασκευαζόμενο από το μέλι και επείχε θέση υδρομελιού: νέκταρ μελισσάν (Ευρ. Βακχ. 144), πτηναί νέκταρος εργάτιδες (Ανθ. ΙΙ, 9, 404). Αυτό το έπιναν οι Έλληνες πριν γνωρίσουν τον οίνο και εν συνεχεία, το ίδιο όνομα δόθηκε όχι μόνο στον οίνο, αλλά και σε άλλα προϊόντα κατ’ εξοχήν γλυκά και αρωματώδη.
Αμβροσία ~ Σημειώσεις (1) Η αμβροσία, κατά άλλους μύθους, προσωποποιείται ως μία από τις Υάδες, θυγατέρα του Άτλαντα και της Πληϊόνης, ή μία των Δωδωνίδων, Υάς και Δωδωναία νύμφη, τροφός του Διονύσου. Αυτή, όταν ο βασιλιάς Λυκούργος καταδίωξε τον Διόνυσο και τον θίασό του, μεταμορφώθηκε σε κλήμα αμπέλου. Ανάλογος μύθος υπάρχει και στις Βέδες, όπου βρίσκουμε το συγγενικό με την αμβροσία ποτό με την ονομασία amrita, το οποίο πίνονταν από τους θεούς και χρησιμοποιούνταν ως πανάκεια. Αρχικά η αμβροσία ήταν, κατά τον γερμανό μυθολόγο Roscher, μυθική παράσταση, προσωποποίηση του μελιού, το οποίο έπεφτε στα φυτά ως δρόσος (αερόμελο, δροσόμελο), τρώγεται δε είτε ως φυσικό μέλι είτε μεταποιημένο σε ποτό (υδρόμελι μελίκρατον). Έτσι και η παράδοση ομιλεί περί της διατροφής του νεογέννητου Διονύσου από την Αμβροσία με μέλι, οι δε Υάδες και Πλειάδες, οι οποίες είχαν εμφανέστατη σχέση με το μέλι, λέγονται θυγατέρες της Πληϊόνης. Αμβροσία κυρίως είναι θηλυκό του αμβρόσιος, κατά παράλειψη του ουσιαστικού εδωδή. Το δε αμβρόσιος είναι ποιητικός τύπος του άμβροτος, αθάνατος, θείος˙ παρομοίως αμβροσία σημαίνει αθανασία: σώματος αμβροσία (Επιγραμμ. Ελλ. 338). Σπανίως η λέξη χρησιμοποιείται σε πρόσωπα: νύμφη αμβροσίας (Ύμν. Ομ. στον Ερμή 230). Για τον Όμηρο η νύχτα και ο ύπνος λαμβάνουν ως επίθετο αυτή τη λέξη: αμβροσίην διά νύκτα (Ιλ. Β, 57) – περί δ’ αμβρόσιος κέχυθ’ ύπνος, θείος, ουράνιος, ήδιστος. Ακόμη οτιδήποτε ανήκει στους Θεούς καλείται αμβρόσιον, όπως η κόμη αυτών: αμβρόσιαι δ’ άρα χαίται επερρώσαντο άνακτος (Ιλ. Α, 529), τα ιμάτιά τους: αμφί δ’ άρ’ αμβρόσιος εανός τρέμε (Ιλ. Φ, 507), τα πέδιλά τους: αυτίκ έπειθ’ υπό ποσσίν εδήσαντο καλά πέδιλα | αμβρόσια χρύσεια, (Ιλ. Ω, 340-341). Επίσης καλείται αμβρόσιον και το λάδι με το οποίο αλείφονταν οι Θεοί: ροδόεντι δε χρίεν ελαίωι αμβροσίωι (Ιλ. Ψ, 186-187)˙ ομοίως η φωνή και το άσμα των Θεών: αι  τότε’ ίσαν προς Όλυμπον αγαλλόμεναι οπί καλήι, | αμβροσίηι μολπήι. (Ης. Θεογ. 68-69)˙ επίσης η φορβή (τροφή) και η φάτνη των ίππων των Θεών: ένθ’ ίππους έστησε ποδήνεμος ωκέα Ίρις | λύσασ’ εξ οχέων, παρά δ’ αμβρόσιον βάλεν είδαρ (Ιλ. Ε, 368-369) – και τους μεν κατέδησαν επ’ αμβροσίηισι κάπηισιν (Ιλ. Θ, 434).
(2) Ο Σουΐδας γράφει: «αμβροσία ξηρά τροφή˙ «αλλά το γ’ αμβροσίης και νέκταρός εστιν απορρώξ.» νέκταρ δε, τουτέστι νεόκταρ, το νέους ποιούν τους πίνοντας».
(3) Η Ιλιάδα πουθενά δεν μνημονεύει την αμβροσία ως τροφή των Θεών, το ίδιο παρατηρείται και στα ποιήματα του Βιργιλίου.  
(4) Πλαγκτός (πλάζομαι = πλανώμαι, περιφέρομαι, περιπλανώμαι: ος μάλα πολλά πλάγχη, (Οδυσ. Α, 1-2) τηι τε δή άλληι πλαζόμενος (Ηροδ. ΙΙ, 116). Συνηθισμένο για τους ποιητές, σπάνιο για τους πεζογράφους. Πλανώμενος, περιφερόμενος, επί πλοίων: πλαγκτά δ’ ωσεί τις νεφέλα (Ευρ. Ικετ. 961)˙ πλαγκτόν ύδωρ επί του Ευρίπου (Ανθ. Π. 9.13)˙ πλαγκτήν οδόν, εκκλίνουσαν της ορθής, πλαγίαν (Ελλ. Επιγράμμ. 1028, 59). Μεταφορικά, ο κατά τον νουν πλανώμενος, παραπλήξ, έμπληκτος, παράφρων (Οδ. Φ, 363. – Αισχ. Αγ. 593). Στην Οδύσσεια (Μ, 59 κέξ), Πλαγκταί πέτραι είναι βράχοι πέραν (δηλαδή προς δυσμάς) της Σκύλλας και Χάρυβδης, κρεμασμένοι από πάνω (επηρεφέες) και παρέχοντας τόσο στενή δίοδος ώστε και πτηνά να μην είναι δυνατόν να διέρχονται δια μέσου. Αλλά για τη φωτιά και τον καπνό, τα οποία αναφέρονται σε αυτά (Οδυσ. Μ, 68, 218) ο Απολλώνιος Ρόδιος (Δ. 924 κέξ.) υπέλαβε, ότι ο Όμηρος έλεγε τις ηφαιστειώδεις νήσους Λιπάρας (Λιπάρες λέγονταν τα νησιά του Αιόλου που βρίσκονταν απέναντι από τα παράλια της Σικελίας. Στο μεγαλύτερο και επισημότερο από αυτά υπήρχε ομώνυμος πόλη, στην οποία λέγονταν πως ο θεός των ανέμων είχε την έδρα του˙ η πόλη ήταν πολύ εύφορη, με καλό λιμάνι και οι κάτοικοί της φημίζονταν ως επιτήδειοι πειρατές. Σήμερα τα νησιά αυτά καλούνται Lipari.). Ο Όμηρος δεν παριστάνει τις Πλαγκτές ως κινούμενες˙ το όνομα έχει πιθανόν ενεργητική σημασία κατ’ αυτό = οι πλανώσες, οι απατώσες (τους ναυτιλλόμενους).
Παρά τις μετέπειτα συγγραφές οι Πλαγκτές συγχέονται με τις Συμπληγάδες ή Κυανέες του Βοσπόρου, κατά την είσοδο στον Εύξεινο Πόντο. Πρώτος ο Ηρόδοτος τις θέτει εκεί, κατόπιν οι τραγικοί ποιητές: «Δαρείος δε επεί τε πορευόμενος εκ Σούσων απίκετο της Καλχηδονίης επί τον Βόσπορον, ίνα έζευκτο η γέφυρα, εντεύθεν εσβάς ες νέα έπλωε επί τας Κυανέας καλευμένας, τας πρότερον πλαγκτάς Έλληνές φασι είναι» (Ηροδ. IV, 85).
Τις Συμπληγάδες, Κυανέες και Πλαγκτές πέτρες εξαιτίας της ορμής του ρεύματος και του αέρος αδυνατούσε να διέλθει όχι μόνο πλοίο αλλά ούτε περιστέρι. Πρώτη τις διαπέρασε η Αργώ με τη βοήθεια της Ήρας, όπως αναφέρει ο Απολλόδωρος (Ι, 9, 25): «απαλλαγείς δε των αρπυιών Φινεύς εμήνυσε τον πλούν τοις Αργοναύταις, και περί των συμπληγάδων υπέθετο πετρών των κατά θάλασσαν˙ ήσαν δε υπερμεγέθεις αύται, συγκρουόμενοι δε αλλήλοις υπό της των πνευμάτων βίας τον δια θαλάσσης πόρον απέκλειον. εφέρετο δε πολλή μεν υπέρ αυτών ομίχλη, πολύς δε πάταγος, ην δε αδύνατον και τοις πετεινοίς δι’ αυτών διελθείν˙ είπεν ουν αυτοίς αφείναι πελειάδα δια των πετρών, και ταύτην εάν μεν ίδωσι σωθείσαν, διαπλείν καταφρονούντας, εάν δε απολλυμένην, μη πλειν βιάζεσθαι. ταύτα ακούσαντες ανήγοντο, και ως πλησίον ήσαν των πετρών, αφιάσιν εκ της πρώρας πελειάδα˙ της δε ιπταμένης τα άκρα της ουράς ή σύμπτωσις των πετρών απέθρισεν. αναχωρούσας ουν επιτηρήσαντες τας πέτρας μετ’ ειρεσίας ευτόνου, συλλαβομένης Ήρας, διήλθον, τα άκρα των αφλάστων της νεώς περικοπείσης, αι μεν ουν συμπληγάδες έκτοτε έστησαν˙ χρεών γαρ ην αυταίς νεώς περαιωθείσης στήναι παντελώς».
(5) «Τηι μεν ουδέ ποτητά παρέρχεται, ουδέ πέλειαι  
   τρήρωνες, ται τ’ αμβροσίην Διΐ πατρί φέρουσιν,
       αλλά τε και των αιέν αφαιρείται λις πέτρη˙
       αλλ’ άλλην ενίησι πατήρ εναρίθμιον είναι».
(6) Μυρώ, Ελληνίδα ποιήτρια από το Βυζάντιο, μητέρα ή κατά άλλους θυγατέρα του τραγικού Ομήρου, η οποία έζησε επί της βασιλείας του Πτολεμαίου του Φιλάδελφου (284-248 π.α.χ.χ.). Η Μυρώ συνέγραψε ένα ποίημα, επιγραφόμενο ως Μνημοσύνη, του οποίου στίχοι σώζονται από τον Αθήναιο (Βιβλ. ΧΙ).
(7) Αργώ, το πλοίο, με το οποίο πραγματοποιήθηκε ο περίφημος πλους των Αργοναυτών, οι οποίοι κάτω από τις οδηγίες του Ιάσονος εκστράτευσαν κατά της Κολχίδας για να προσκομίσουν από εκεί προς τον Πελία το χρυσόμαλλο δέρας. Κατά τις αρχαίες παραδόσεις, η Αργώ ναυπηγήθηκε από αυτόν τον οποίον και έλαβε το όνομά της, τον Αργοναύτη Άργο, γιο του Φρίξου και της Χαλκιόπης, της θυγατέρας του Αιήτη, οδηγούμενος από την Αθηνά και βοηθούμενος από την Ήρα: «επί τούτο πεμπόμενος Ιάσων Άργον παρεκάλεσε τον Φρίξου, κακείνος Αθηνάς υποθεμένης πεντηκόντορον ναυν κατεσκεύασε την προσαγορευθείσαν από του κατασκευάσαντος Αργώ» (Απολλόδ. Ι, 9, 16). Για την κατασκευή διαλέχτηκε από τους ειδήμονες ειδικό ξύλο του Πηλίου, το οποίο δεν βλάπτετε από το νερό και τη φωτιά. Οι γλωσσολόγοι μάλιστα λένε πως αργώ σημαίνει ιδιάζων ξύλο πεύκου του Πηλίου˙ γι’ αυτό και η Αργώ καλείται Πηλιάς. Στην εικόνα, κατ’ αρχαίο ανάγλυφο, φαίνεται η Αθηνά να διδάσκει τον Πρωρέα να συστέλλει τα ιστία (σε κάποια νομίσματα παριστάνεται η Θεά όρθια επί της Αργούς˙ είναι η Αθηνά Αίθυα «κολυμβητίς» - Παυσ. Ι. 5, 3) και να προσθέτει στην πλώρη του πλοίου κομμάτι από την προφητική βελανιδιά της Δωδώνης, η οποία είχε τη δύναμη να προφητεύει και να μιλά: «καλά δε την πρώιραν ενήρμοσεν Αθηνά φωνήεν φηγού της Δωδωνίδος ξύλου» (Απολ. ο.π.). Κατά άλλες παραδόσεις, την Αργώ ναυπήγησε ο επώνυμος ήρωας της πόλεως του Άργους, φημισμένος ξυλοκόπος, ή ο Άργος από τις Θεσπιές, αμφότεροι από τους Αργοναύτες. Επίσης, ως ναυπηγοί της Αργούς, φέρονται και ο Γλαύκος του Συσίφου, ο Άργος του Πολύβου και ο Ηρακλής. Ως τόπος ναυπηγήσεως πιστεύονταν ότι ήταν η παραλία της Ιωλκού και ειδικά οι Παγασές, την δόξα όμως αυτή αμφισβητεί η βοιωτική πόλη Τίφα, κειμένη στην επί του Αλκυονίου κόλπου (ανατολικά του Κορινθιακού) παραλία, της οποίας οι κάτοικοι φημίζονταν ως σοφοί ναυτικοί και από αυτή κατάγονταν ο κυβερνήτης της Αργούς, Τίφυς. Κατά την επιχώρια μάλιστα παράδοση, στην πόλη αυτή προσορμίσθηκαν οι Αργοναύτες μετά την επάνοδό τους από την Κολχίδα, αφιερώνοντας την Αργώ στο ιερό του Ποσειδώνος στον Ισθμό, κομμάτι της οποίας λέγονταν πως αποκόπηκε και μεταφέρθηκε στην Ρώμη, όπου και σώζονταν μέχρι το 100 π.α.χ.χ.. Ως προς την έννοια της λέξεως οι αρχαίοι λέγουν ότι παράγεται εκ του αργός = ταχύς, λαμπρός, στιλπνός, φωτοβόλος.  
(8) Αθήν. ΙΙ. 39.
(9) Αλεξανδρίδης, ιστοριογράφος από τους Δελφούς, πιθανόν να άκμασε στους χρόνους του βασιλέως της Μακεδονίας Φιλίππου Β’. Κατά τον Στέφανο Βυζάντιο συνέγραψε τα Δελφικά, μονογραφία η οποία έχει απολεσθεί. Άλλοι όμως από τους νεότερους συγγραφείς παραδέχονται ότι τα Δελφικά δεν γράφτηκαν από τον εν λόφω Αλεξανδρίδη τον οποίο θεωρούν ότι δεν υπήρξε, αλλά από άλλον ιστορικό που επίσης ονομάζονταν Αλεξανδρίδης. Άλλοι πάλι συγχέουν τον Αλεξανδρίδη από τους Δελφούς με τον σχεδόν σύγχρονό του κωμικό ποιητή της νέας κωμωδίας Αλεξανδρίδη.
(10) Αθήν. ΙΙ, 39.
(11) Λουκιανού, Θεών διάλογοι, 4.
(12) Βερενίκη, θυγατέρα του ηγεμόνα της Κυρήνης Μάγα και της Αρσινόης, αλλιώς καλούμενη ως Απάμα. Μετά τον θάνατο του Μάγα (253 π.α.χ.χ.) θέλοντας η Αρσινόη ν’ αποφύγει τη σύζευξη της θυγατέρας της Βερενίκης με τον βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου Γ’ του Ευεργέτου, με την οποία είχε μνηστεύσει όταν ζούσε ο Μάγας, κάλεσε ως γαμπρό της τον ωραίο Δημήτριο, υιό του Δημητρίου του Πολιορκητού. Η Αρσινόη όμως έγινε η ίδια ερωμένη του Δημητρίου. Με αποτέλεσμα οι σχέσεις της με αυτόν να προκαλέσουν τη συνωμοσία της Βερενίκης. Ο Δημήτριος φονεύθηκε στην αγκαλιά της Αρσινόης και η Βερενίκη συνεζεύχθη με τον Πτολεμαίο (251 π.α.χ.χ.).
(13) «Κύπρι Διωναία, τα μεν αθανάταν από θνατάς,
         ανθρώπων ως μύθος, εποίησας Βερενίκαν
         αμβροσίαν ες στήθος αποστάξασα γυναικός».

(14) «.... ο δ’ άκμηνος και άπαστος.
         αλλ’ ίθι οι νέκταρ τε και αμβροσίην ερατεινήν  
         στάξον ενί στήθεσ’, ίνα μη μιν λοιμός ίκηται».
Το ίδιο αναφέρεται και στην Ιλιάδα, Τ, 353-354.

(15) Φαίδρ. 247 Ε.
«ως άρα φωνήσασα θεά παρέθηκε τράπεζαν
  αμβροσίης πλήσασα, κέρασε δε νέκταρ ερυθρόν˙
  αυτάρ ο πίνε και ήσθε διάκτορος αργεϊφόντης».

(16) «αυτή δ’ αντίον ίζεν Οδυσσήος θείοιο,
         τηι τε παρ’ αμβροσίην δμωαί και νέκταρ έθηκαν».

(17) «Αλλ’ ότε δη κείνοισι παρέσχεθον άρμενα πάντα,
         νέκταρ τ’ αμβροσίην τε, τα περ θεοί αυτοί έδουσι,
         πάντων εν στήθεσσιν αέξετο θυμός επομόσσηι»  
(18) «Ος κεν την επίορκον απολλείψας επομόσσηι
         αθανάτων, οι έχουσι κάρη νιφόεντος Ολύμπου,
         κείται νύητμος τετελεσμένον εις ενιαυτόν˙
         ουδέ ποτ’ αμβροσίης και νέκταρος έρχεται άσσον
         βρώσιος, αλλά τε κείται ανάπνευστος και άναυδος
         στρωτοίς εν λεχέεσι, κακόν δε ε κώμα καλύπτει».

(19) «αμβροσίη μεν πρώτον από χροός ιμερόεντος
         λύματα πάντα κάθηρεν, αλείψατο δε λιπ’ ελαίωι
         αμβροσίωι εδαυώι, το ρα οι τεθοωμένον ήεν».
Η σκηνή αυτή πιστεύεται ότι αναγνωρίσθηκε πάνω σε αγγείο της Βασιλακάτης˙ κατ’ άλλη όμως ερμηνεία, η ζωγραφιά αυτή θεωρείται ότι απεικονίζει τον καλλωπισμό της Αφροδίτης.
Η Βασιλικάτα είναι περιοχή στην Κάτω Ιταλία, κατοικούμενη κατά τους μέσους αιώνες πυκνώς από ελληνικού ή ελληνίζοντος στοιχείου. Ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του αυτοκράτορος Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου (976-1025) μετά την από εκεί έξωση των Αράβων.  
(20) «κάλλεϊ μεν οι πρώτα προσώπατα καλά κάθηρεν
         αμβοσίωι, οίω περ εϋστέφανος Κυθέρεια»

(21) «χρίσον τ’ αμβροσίηι περί τ’ άμβροτα είματα έσσον»
Το ίδιο συναντάται και στην Ιλιάδα, ΙΙ, 680.

(22) «Πατρόκλωι, δ’ αυτ’ αμβροσίην και νέκταρ ερυθρόν
        στάξε κατά ρινών, ίνα οι χρως έμπεδος είη».
 
(23) Ειδοθέα, θυγατέρα του Πρωτέως, η οποία, κατά τον Όμηρο, υπέδειξε στον απελπισμένο Μενέλαο, στο νησί Φάρο, με ποιόν τρόπο ήταν δυνατό να λάβει συμβουλές από τον πατέρα της για να σωθεί.  
(24) «........ τείρε γαρ αινώς
       φωκάων αλιοτρεφέων ολοώτατος οδμή˙
       τις γαρ κ’ ειναλίωι παρά κήτεϊ κοιμηθείη;
       αλλ’ αυτή εσάωσε, και εφράσατο μεγ’ όνειαρ˙
       αμβροσίην υπό ρίνα εκάστω θήκε φέρουσα
       ηδύ μάλα πνείουσαν, όλεσσε δε κήτεος οδμήν»

(25) Πελείες καλούνταν από τους αρχαίους τα άγρια περιστέρια, λόγου του φαιού χρώματος τους (πελός ή πελλός = φαιόχρωμος). Κατά την παράδοση, στο μαντείο της Δωδώνης προσέπτησαν δύο μέλανες πελείες, ερχόμενες από τις Θήβες της Αιγύπτου, με αυτό δηλώνονταν οι πρώτες μαντείες των υποψηφίων. Αργότερα εκλήθησαν Πελείες οι τρεις ιέρειες και μάντισσες του μαντείου της Δωδώνης.
(26) «ένθεν μεν γαρ πέτραι επηρεφέες, προτί δ΄αυτάς
         κύμα μέγα ροχθεί κυανώπιδος Αμφιτρίτης˙
         Πλαγκτάς δη τοι τας γε θεοί μάκαρες καλέουσιν.
         τηι μεν τ’ ουδέ ποτητά παρέρχεται ουδέ πέλειαι
         τρήρωνες, ται τ’ αμβροσίην Διΐ πατρί φέρουσιν.»

(27) Σιμόεις, ελληνικό όνομα του ποταμού που βρίσκεται στην Μικρά Ασία, Ορτά-κετσί-δερέ.

(28) «ένθ’ ίππους έστησε θεά, λευκώλενος Ήρη,
         λύσασ’ εξ οχέων, περί δ’ ηέρα πουλύν έχευεν.
         Τοίσιν δ’ αμβροσίην Σιμόεις ανέτειλε νέμεσθαι».

(29) Αερόμελι, η του Βιργίλιου μελιτώδης δρόσος (aerium mel)˙ λέγεται και ύον μέλι και δροσόμελι (Γαλήν. VI, 399 E). Ο Αθήναιος (ΧΙ, 500d) γράφει «Αμύντας εν τωι πρώτωι των της Ασίας Σταθμών περί του αερομέλιτος καλουμένου διαλεγόμενος γράφει ούτως˙ «συν τοις φύλλοις δρέποντες συντιθέασιν εις παλάθης Συριακής τρόπον πλάττονες, οι δε σφαίρας ποιούντες και επειδή μέλλωσι προσφέρεσθαι, αποκλάσαντες απ’ αυτών εν τοις ξυλίνοις ποτηρίοις, ους καλούσι ταβαίτας, προβρέχουσι και διηθήσαντες πίνουσι, και έστιν όμοιον ως αν τις μέλι πίνοι διείς, τούτου δε και πολύ ήδιον».
(30) Δροσόμελι = αερόμελι (Γαλην. VI, 399).
Νέκταρ ~ Σημειώσεις :  (1)   Αλκμάν (αττικ. Αλκμέων), λυρικός ποιητής, άκμασε κατά τα μέσα του Ζ’ π.α.χ.χ. αιώνος. Κατάγονταν από τις Σάρδεις της Λυδίας και έγινε δούλος στη Σπάρτη, αλλά για την ευφυΐα του απελευθερώθηκε και λέγονταν πολίτης Σπαρτιάτης της Μεσσόας, η οποία ήταν μία από τις φυλές της Σπάρτης. Εκεί έλαβε και το όνομα Αλκμάν. Τα άσματά του τραγουδιόντουσαν πάντα από τον χορό και όχι από ένα μελωδό, συνήθως οι χοροί του συγκροτούνταν από παρθένες, από κει και τα άσματά του  καλούνται παρθένια, διακρινόμενα για το σεμνό και πανηγυρικό χαρακτήρα της αρμονίας και των ρυθμών τους.
(2)   Αθην. ΙΙ, 39
(3)   «Πατρόκλω δ’ αύτ’ αμβροσίην και νέκταρ ερυθρόν».
(4)   «.........μετά δέ σφισι πότνια Ήβη
                νέκταρ εωινοχίει.......................».
(5)   «............κέρασσε δέ νέκταρ ερυθρόν».
(6)   Ομ. Ιλ. 416.
(7)   Ανάλογο με το νέκταρ, το θείο ποτό των Ολυμπίων της Ελλάδος Θεών, είναι το σόμα των Ινδών. Αυτό είναι η κυριότερη θυσία, η οποία αναζωογονεί τον θεό των Ινδών κατά την πάλη του προς τους δαίμονες. Αποτελεί προσφορά μαγικού ηδύποτου προς τον θεό, το οποίο έχουν ανάγκη οι θεοί του Βεδικού πανθέου. Διαφέρει από το νέκταρ των Ελλήνων, καθότι είναι μεν μεθιστικό ποτό, όπως το νέκταρ, θεωρείται όμως κατασκευασμένο από χυμούς φυσικών ανθέων (asclepias acida), ενώ το νέκταρ στερείται μαγικών ιδιοτήτων. 
(8)   Απορρώξ (απορρήγνυμι), αποκομμένος, απότομος, κρημνώδης. Σαν ουσιαστικό σημαίνει μέρος αποσπασθέν: αλλά τόδ’ αμβροσίης καί νέκταρος εστιν απορρώξ = είναι απόρροια ή «απόσταγμα» (Ησύχ.) της αμβροσίας και του νέκταρος (Οδ. Ι, 359)
 http://www.hellenicpantheon.gr/trofithewn.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου