Η λίστα ιστολογίων μου

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Ψίθυροι πάνω σε δυό φωτογραφίες..


1.
Tη φωτογραφία αυτή την αγόρασα κάποτε στο Μοναστηράκι της Αθήνας. Δεν είμαι συλλέκτης παλιών φωτογραφιών, επιλεκτικά μόνο. Τη βρήκα σ' ένα τρίτροχο με καροτσάκι, ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλα ανόμοια "σκουπίδια". Μου μίλησε η φωτογραφία και την πήρα γιά ένα τίποτα. Από τότε, την έχω και τη βλέπω. Με ρωτούν συχνά: "οι γονείς σου;". Κι όταν λέω όχι και εξηγώ, με κοιτούν παραξενεμένοι.

Αυτή η θάλασσα, η γκρίζα απογεματινή θάλασσα, κάπου με στέλνει. Μπορεί να είναι από οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδας, αλλά εμένα με στέλνει προς το Σούνιο, ή σ΄εκείνο τη στενή ασφαλτο που πάει δίπλα στη θάλασσα, κάτω χαμηλά, στο δρόμο προς τη Κόρινθο. Τον ξεχασμένο πιά δρόμο, κάτω απ' την "υπέρλαμπρη" αρτηρία Σκαραμαγκά-Κορίνθου. Εκεί κάτω σ' αυτό το δρόμο, αν τον πάρετε καμιά φορά, θα δείτε ένα κόσμο ξεχασμένο, αγκυροβολημένο ανάμεσα στο 1930-1950. Σπίτια και βιλίτσες παλιού καιρού που ανοίγουν τα Σαββατοκύριακα. Εκεί μέσα, πίσω απ' τα θολά τζάμια, ανθρώπους φαντάζομαι, μεγάλης ηλικίας, να παίζουν χαρτιά, να κάνουν βεγγέρες, να μιλάνε γιά παλιές αναμνήσεις.

Αυτοί οι δυό άνθρωποι, παντρεμένοι φαίνουνται. Ο άντρας πρέπει νά'ναι ως και 20 χρόνια μεγαλύτερος απ' τη γυναίκα. Έχει φάει τα ψωμιά του, καταδύεται σε θολά τοπία προσωπικής μοναξιάς. Μόλις έχει αποτελειώσει ένα χαμόγελο, ή μόλις θα το ξεκινήσει. Στο κουνημένο χέρι, κάτι που δε διακρίνεται κρατάει. Μπορεί νά'ναι και τυφλός. Το πουκάμισό του, κουμπωμένο ως το τελευταίο κουμπί (συνήθεια παλιότερη των μεγάλων ανθρώπων). Τ΄αυτιά του, σα μικρασιάτικα μου φαίνονται, αλλά δε μπορεί να ξέρει κανείς.


Αυτή η γυναίκα που είναι γερμένη πάνω του και τον κρατάει, δείτε τη προσεκτικά. Είναι από κείνες τις παλιές γυναίκες που δε μασούσαν. Είναι δυνατή, κάνει μπάμ. Σαν άγγελος τον κρατάει, είναι ο σύντροφος της ζωής της. Τον προστάτεψε, τον κανάκεψε, τώρα είναι αφημένος, ολοκληρωτικά, στα χέρια της. Το βλέμμα της στραποβολάει καλωσύνη, γνώση, σοφία γήινη. Τα ρούχα της, όπως και τα δικά του, χρόνια πολλά τά'χουν. Παλιά, γερά ρούχα. Έχει ριγμένο ένα παλτουδάκι πάνω της που ανεμίζει.
Είναι φευγάτοι αυτοί οι δυό άνθρωποι, χρόνια πολλά τώρα. Κάπου στο κενό περιφέρονται, αυτή του κρατάει το χέρι κι αυτός, ακολουθεί πειθήνεια...
2. Η φωτογραφία αυτή είναι δανεισμένη από το βιβλίο του Γιώργη Παπάζογλου, γιού της Αγγέλας και του Βαγγέλη Παπάζογλου, "Τα χαϊρια μας εδώ". Το σχόλιό της στη φωτογραφία είναι: "Όση ώρα φόραγα το νυφικό, νόμιζα πως τό'χα κλεμένο... Θυμόμουνα τη φτώχεια... την κακοριζικιά... την προσφυγιά... που παντευούτανε ο κόσμος, γδυμνός... με κουκλόπανα..."
Ο Βαγγέλης Παπάζογλου στέκει ντούρος και λιγάκι αμήχανος. Έχει εκείνο το σοβαρό και αυστηρό βλέμμα που είχε πάντα στις φωτογραφίες του. Το βλέμμα του ανθρώπου που έχει δει πολλά, που είναι μέσα στον "κουτόκοσμο", αλλά κι ένα βήμα έξω απ' αυτόν.
Με αγγίζει βαθιά στην καρδιά το χέρι της Αγγέλας πάνω στον ώμο του. Έχει κλεισμένα τα ματάκια της, δεν έβλεπε. Όταν διαβάσει κανείς τι διηγήθηκε στο γιό της, νιώθει πως αυτή η γυναίκα με το χαμένο φως, είδε πέντε φορές περισσότερα πράγματα απ' ότι καταφέρνουμε, εμείς που "βλέπουμε", να δούμε σ' αυτή τη ζωή. Αυτή η γυναίκα που στέκεται πλάι στο Βαγγέλη Παπάζογλου ήταν ένας πύργος εσωτερικής και εξωτερικής δύναμης. Δε χαριζόταν, όπως κι εκείνος, σε κανέναν και σε τίποτα. Αλληλοστηρίχτηκαν, τον κράτησε στα χέρια της μέχρι το τέλος του, κι εκείνη συνέχισε και δεν έπαψε ποτέ της να ΘΥΜΑΤΑΙ. Εκείνος άφησε τα κοφτερά τραγούδια του κι εκείνη άφησε ένα βουερό ποτάμι αναμνήσεων, απ' τις καλύτερες σελίδες που δημοσιεύτηκαν ποτέ σ' αυτό τον κόσμο...
Σκύβω το κεφάλι με σεβασμό κι ευγνωμοσύνη σ΄αυτή τη σιδερένια γυναίκα!
http://elkibra-rebetiko.blogspot.com/ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου